μεσαίος

Μεταφράσεις

μεσαίος

(me'seos) αρσενικό

μεσαία

(me'sea) θηλυκό

μεσαίο

(me'seo) ουδέτερο
επίθετο
1. που βρίσκεται στη μέση το μεσαίο σπίτι το μεσαίο παιδί
2. μέσος η μεσαία τάξη

μεσαίος

middle, median, intermediate, medium, midأَوْسَطprostřednímidterstin der Mittea mediados de, mediokeski-mi-srednjimetà中間の중간의middenmidtreśrodkowymeio, médioсрединныйmitt-กลางortagiữa中间的
ουσιαστικό αρσενικό
το μεσαίο δάχτυλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close