μεσημβρινός

(προωθήθηκε από μεσημβρινό)
Μεταφράσεις

μεσημβρινός

(mesimvri'nos) αρσενικό

μεσημβρινή

(mesimvri'ni) θηλυκό

μεσημβρινό

meridian, meridional, southernméridienМеридианMeridianMeridianoMeridianMeridianМеридианMeridian (mesimvri'no) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται προς το νότο μεσημβρινό διαμέρισμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close