μεσημεριανός

Μεταφράσεις

μεσημεριανός

(mesimerja'nos)

μεσημεριανή

(mesimerja'ni) θηλυκό

μεσημεριανό

(mesimerja'no) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται το μεσημέρι ο μεσημεριανός ήλιος o μεσημεριανός ύπνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close