μεσολαβώ

Μεταφράσεις

μεσολαβώ

(mesola'vo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παρεμβαίνω Αν δε μεσολαβούσε θα ήμουν νεκρός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close