μετάδοση

Μεταφράσεις

μετάδοση

transmissiontransmission (me'taðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μεταφορά η μετάδοση πληροφοριών
2. εξάπλωση η μετάδοση αρρώστιας
3. παρουσίαση η μετάδοση εκπομπής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close