μετανάστης

(προωθήθηκε από μετανάστρια)
Μεταφράσεις

μετανάστης

(meta'nastis) αρσενικό

μετανάστρια

immigrant, migrantimmigré, émigré, migrantمُهَاجِرٌimigrant, migrantimmigrant, migrantImmigrant, Migrantemigrante, inmigrante, trabajador emigrantemaahanmuuttaja, siirtolainenimigrant, migrantemigrante, immigrato移住者이주자immigrant, migrantimmigrant, omstreiferimigrant, wędrownikimigrante, emigrante, migranteиммигрант, мигрантimmigrant, person som flyttar från plats till platsผู้ย้ายถิ่น, ผู้อพยพเข้าประเทศgöçmenngười di cư, người nhập cư移民, 侨民移民имигрант θηλυκό
ουσιαστικό
που έχει μεταναστεύσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close