μεταξωτός

(προωθήθηκε από μεταξωτή)
Μεταφράσεις

μεταξωτός

(metakso'tos) αρσενικό

μεταξωτή

(metakso'ti) θηλυκό

μεταξωτό

silky (metakso'to) ουδέτερο
επίθετο
από μετάξι μεταξωτό πουκάμισο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close