μεταπτυχιακός

(προωθήθηκε από μεταπτυχιακή)
Μεταφράσεις

μεταπτυχιακός

(metaptiçia'kos) αρσενικό

μεταπτυχιακή

(metaptiçia'ci) θηλυκό

μεταπτυχιακό

posgrado研究生研究生Jatko (metaptiçia'ko) ουδέτερο
επίθετο
μετά το πτυχίο μεταπτυχιακές σπουδές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close