μεταφορικός

(προωθήθηκε από μεταφορική)
Μεταφράσεις

μεταφορικός

(metafori'kos) αρσενικό

μεταφορική

(metafori'ci) θηλυκό

μεταφορικό

metaphoricalmétaphoriquemetafórico (metafori'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με μεταφορές ανθρώπων ή πραγμάτων μεταφορικά έξοδα
2. γλωσσολογία σχετικός με το σχήμα της μεταφοράς η μεταφορική σημασία μιας λέξης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close