μεταχειρίζομαι

Μεταφράσεις

μεταχειρίζομαι

treat, use, handleutiliser, traiterيُعَامِلُzacházetbehandlebehandelntratarkohdellapostupati s nekimtrattare扱う취급하다behandelenbehandlepotraktowaćtratarугощатьbjudaปฏิบัติต่อdavranmakđối xử款待 (metaçi'rizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. χρησιμοποιώ μεταχειρίζομαι διπλωματία μεταχειρίζομαι πολύπλοκους όρους
2. συμπεριφέρομαι Με μεταχειρίστηκε άσχημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close