μεταχειρισμένος

(προωθήθηκε από μεταχειρισμένη)
Μεταφράσεις

μεταχειρισμένος

(metaçiri'zmenos) αρσενικό

μεταχειρισμένη

(metaçiri'zmeni) θηλυκό

μεταχειρισμένο

used, secondhandd'occasion, utiliséمُسْتَخْدَمpoužitýbrugtgebrauchtusadokäytettyrabljenusato中古の익숙한gebruiktbruktużywanyusadoиспользованныйanvändซึ่งถูกใช้ ใช้แล้วkullanılmışđã qua sử dụng用旧了的 (metaçiri'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
χρησιμοποιημένος μεταχειρισμένα ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close