μετράω

Μεταφράσεις

μετράω

(me'trao)

μετρώ

(me'tro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. απαριθμώ μετράω μέχρι το δέκα
2. υπολογίζω μετράω τα κέρδη
ανυπομονώ
3. εκτιμώ, ζυγίζω μετράω την πρόοδο

μετράω

countالعدcontagem計數计数CountカウントCount
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αξίζω Μετράει η γνώμη του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close