μετρημένος

(προωθήθηκε από μετρημένη)
Μεταφράσεις

μετρημένος

(metri'menos) αρσενικό

μετρημένη

(metri'meni) θηλυκό

μετρημένο

temperategemessen측정måltmierzone测量mesuréemedidogemeten測定測量 (metri'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λίγος Ο χρόνος μας είναι μετρημένος.
2. συνετός μετρημένος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close