μηνιαίος

(προωθήθηκε από μηνιαία)
Μεταφράσεις

μηνιαίος

(mini'eos) αρσενικό

μηνιαία

(mini'ea) θηλυκό

μηνιαίο

monatlichmonthlymonatamensuelشَهْرِيٌměsíčnímånedligmensualkuukausittainenmjesečnimensilmente毎月の매달의maandelijksmåneds-miesięcznymensalежемесячныйmånatligทุกเดือนaylıkhàng tháng每月的, 每月חודשי每月 (mini'eo) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται κάθε μήνα μηνιαίο περιοδικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close