μητέρα

Μεταφράσεις

μητέρα

Muttermotherpatrinomadreمادرäitimèreאם母親, 母matkamãeматьматиاُمٌّmatkamormajkamadre어머니moedermormorแม่annemẹ母亲母親майка (mi'tera)
ουσιαστικό θηλυκό
η γυναίκα που έχει παιδιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close