μικραίνω

Μεταφράσεις

μικραίνω

(mi'kreno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να φαίνεται πιο νέος Αυτά τα ρούχα σε μικραίνουν.

μικραίνω

rétrécir, diminuerdiminish, lessen, shortenيُقَلِّلُzmenšit seformindskeverringerndisminuirvähentyäsmanjitidiminuire減らす줄이다verminderensvekkezmniejszyćdiminuirуменьшатьminskaทำให้ลดลงazalmakgiảm bớt减少
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι πιο μικρός Οι μέρες μικραίνουν. H απόσταση μικραίνει.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close