μικροαστικός

Μεταφράσεις

μικροαστικός

(mikroasti'kos) αρσενικό

μικροαστική

(mikroasti'ci) θηλυκό

μικροαστικό

(mikroasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους μικροαστούς μικροαστική νοοτροπία μικροαστική τάξη
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close