μικρόβιο

Μεταφράσεις

μικρόβιο

microbe, germجُرْثُومةbacilbakterieKeimgermenbakteerimicrobemikrobgerme細菌병원균ziektekiembakteriezarodekgermeмикробbacillเชื้อโรคmikropvi trùng细菌 (mi'krovio)
ουσιαστικό ουδέτερο
οργανισμός που προκαλεί μόλυνση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close