μιλιέμαι

Μεταφράσεις

μιλιέμαι

(mi'ʎeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
είμαι συμφιλιωμένος Δε μιλιόμαστε πια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close