μισητός

(προωθήθηκε από μισητή)
Μεταφράσεις

μισητός

(misi'tos)

μισητή

(misi'ti) θηλυκό

μισητό

(misi'to) ουδέτερο
επίθετο
που τον μισούν πολλοί μισητός καθηγητής γίνομαι μισητός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close