μισθοφόρος

Μεταφράσεις

μισθοφόρος

mercenarymercenaire (misθo'foros)
ουσιαστικό αρσενικό
στρατιωτικός συνήθ. από ξένη χώρα που πληρώνεται
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close