μισογεμάτος

(προωθήθηκε από μισογεμάτη)
Μεταφράσεις

μισογεμάτος

(misoʝe'matos) αρσενικό

μισογεμάτη

(misoʝe'mati) θηλυκό

μισογεμάτο

(misoʝe'mato) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι τελείως γεμάτος μισογεμάτο ποτήρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close