μνήμη

Μεταφράσεις

μνήμη

Gedächtnismemorymémoirememoriaذَاكِرَةpaměťhukommelsememoriamuistipamćenje記憶기억력geheugenminnepamięćmemóriaпамятьminneความจำbellektrí nhớ记忆, 内存паметזיכרון ('mnimi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η ικανότητα του μυαλού να θυμάται έχω γερή μνήμη κενό μνήμης
2. θύμηση (κυρίως νεκρού) Πίνω στη μνήμη του.
αναμνήσεις
3. πληροφορική η χωρητικότητα του σκληρού δίσκου υπολογιστή διαθέσιμη μνήμη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close