μνησίκακος

(προωθήθηκε από μνησίκακη)
Μεταφράσεις

μνησίκακος

(mni'sikakos) αρσενικό

μνησίκακη

(mni'sikaci) θηλυκό

μνησίκακο

rancorous, resentful, vindictive (mni'sikako) ουδέτερο
επίθετο
εκδικητικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close