μοιράζω

Μεταφράσεις

μοιράζω

deal, share, distribute, splitيُشَارِكُ, يُوَزِّعُdělit se, rozdatdele, give kortteilen, verteilencompartir, repartirjakaadistribuer, partagerdijeliti, dijeliti kartecondividere, distribuire le carte(トランプを)配る, 分ける나누다delen, uitdelendelepodzielić, rozdawaćcompartilhar, darделить(ся), раздаватьdela, dela utแจกไพ่, แบ่งส่วนdağıtmak, paylaşmakchia nhau, ra quân bài分享, 发牌 (mi'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω μοιράζω το γλυκό
2. χωρίζω και δίνω μοιράζω την περιουσία μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close