μοιραίος

(προωθήθηκε από μοιραίο)
Μεταφράσεις

μοιραίος

(mi'reos) αρσενικό

μοιραία

(mi'rea) θηλυκό

μοιραίο

fatal, fateful, fated, deadlyمـُمِيتfatálnífataltödlichfatídicokohtalokasfatalkobanfatale致命的な치명적인fataaldødeligfatalnyfatalроковойdödligซึ่งทำให้ถึงตายölümcülchết người致命的 (mi'reo) ουδέτερο
επίθετο
1. αναπόφευκτος Ήταν μοιραίο να γίνει έτσι!
2. που φέρνει το θάνατο μοιραίο ατύχημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close