μολυσμένος

(προωθήθηκε από μολυσμένη)
Μεταφράσεις

μολυσμένος

(moli'zmenos)

μολυσμένη

(moli'zmeni)

μολυσμένο

contaminado, poluídoمُلَوَثznečištěnýforurenetverschmutztpollutedcontaminadosaastunutpolluézagađeninquinato汚染された오염된vervuildforurensetzanieczyszczonyзагрязненныйförorenadที่เป็นมลพิษkirlenmişbị ô nhiễm受污染的 (moli'zmeno)
επίθετο
1. που έχει μολυνθεί μολυσμένος οργανισμός
2. που έχει ρυπανθεί μολυσμένος αέρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close