μολυσματικός

Μεταφράσεις

μολυσματικός

viral, contagious, infectious

μολυσματικός

مُعِدٌ, مُعْدٍ

μολυσματικός

infekční, nakažlivý

μολυσματικός

smitsom

μολυσματικός

ansteckend

μολυσματικός

contagioso, infeccioso

μολυσματικός

tarttuva

μολυσματικός

contagieux, infectieux

μολυσματικός

zarazan

μολυσματικός

contagioso, infettivo

μολυσματικός

伝染性の, 感染性の

μολυσματικός

전염성의, 전염성인

μολυσματικός

besmettelijk

μολυσματικός

smittsom

μολυσματικός

zakaźny, zaraźliwy

μολυσματικός

contagioso, infeccioso, infecioso

μολυσματικός

smittsam

μολυσματικός

ซึ่งแพร่กระจายได้, ติดเชื้อ

μολυσματικός

bulaşıcı

μολυσματικός

dễ lây, lây nhiễm

μολυσματικός

传染性的, 有传染性的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close