μολύνω

Μεταφράσεις

μολύνω

infect, contaminateinfektiinfecterpoluirinfectarinfecterenتصيبinfizierenзарази感染заразить感染inficereinfettare감염 (mo'lino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεταδίδω μικρόβια μολύνω πληγή
2. ρυπαίνω μολύνω μια πηγή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close