μονοήμερος

(προωθήθηκε από μονοήμερο)
Μεταφράσεις

μονοήμερος

(mono'imeros)

μονοήμερη

(mono'imeri)

μονοήμερο

(mono'imero)
επίθετο
που έχει διάρκεια μίας μέρας μονοήμερη εκδρομή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close