μονοκόμματος

Μεταφράσεις

μονοκόμματος

(mono'komatos)

μονοκόμματη

(mono'komati)

μονοκόμματο

blunt (mono'komato)
επίθετο
1. που είναι φτιαγμένος από ένα μόνο κομμάτι μονοκόμματο μαχαίρι
2. μεταφορικά καθόλου ευέλικτος μονοκόμματος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close