μονοπώλιο

Μεταφράσεις

μονοπώλιο

monopolyاحْتِكَارٌmonopolmonopolMonopolmonopoliomonopolimonopolemonopolmonopolio独占독점monopoliemonopolmonopolmonopólioмонополияmonopolระบบผูกขาดtekelsự độc quyền垄断地位, 垄断壟斷монополמונופול (mono'polio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης κρατικό μονοπώλιο
2. μεταφορικά απόλυτο δικαίωμα έχω το μονοπώλιο σε κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close