μονοσύλλαβος

(προωθήθηκε από μονοσύλλαβη)
Μεταφράσεις

μονοσύλλαβος

(mono'silavos)

μονοσύλλαβη

(mono'silavi)

μονοσύλλαβο

(mono'silavo)
επίθετο
(για λέξη) που έχει μόνο μία συλλαβή Η λέξη «και» είναι μονοσύλλαβη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close