μονόλογος

Μεταφράσεις

μονόλογος

soliloquymonologMonolog獨白Monolog独白монологmonoloog독백monologueמונולוגمونولوجmonólogomonologmonólogomonologМонологmonologo (mo'noloɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
ο λόγος που δεν απευθύνεται σε κανέναν Δεν ήταν διάλογος, ήταν μονόλογος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close