μονώνω

Μεταφράσεις

μονώνω

isolieren (mo'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
απομονώνω κτ από θόρυβο, υγρασία κ.λπ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close