μοσχαρίσιος

Μεταφράσεις

μοσχαρίσιος

(mosxa'risços) αρσενικό

μοσχαρίσια

(mosxa'risça) θηλυκό

μοσχαρίσιο

(mosxa'risço) ουδέτερο
επίθετο
από μοσχάρι μοσχαρίσια μπριζόλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close