μουλιάζω

Μεταφράσεις

μουλιάζω

يَنْقِعُnamočitlægge i blødeinweichensoakponer en remojoliottaatrempernamočitiinzuppare浸す잠기다wekengjennombløtezmoczyćensoparзамачивать(ся)blötaแช่ıslatmakngâm浸透 (mu'ʎazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αφήνω κτ για ώρα στο νερό μουλιάζω τα ρούχα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close