μουρλός

(προωθήθηκε από μουρλή)
Μεταφράσεις

μουρλός

(mur'los) αρσενικό

μουρλή

(mur'li) θηλυκό

μουρλό

foolish, imbecile, stupidbête, cinglé, crétin, fou, idiot, imbécile, sot, stupide, taré (mur'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. τρελός Είναι μουρλός. Τον έκλεισαν στο ψυχιατρείο.
2. μεταφορικά δηλώνει ένταση συναισθήματος είμαι μουρλός από χαρά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close