μουρμουρίζω

(προωθήθηκε από μουρμουράω)
Μεταφράσεις

μουρμουρίζω

(murmu'rizo)

μουρμουράω

mumble, murmur, mutter, gruntmurmurer, marmonnerيُغَمْغِمُmumlatmumlemurmelnrefunfuñarmutistamrmljatibrontolareブツブツ言う중얼중얼 말하다mompelenmumlezaszemraćmurmurarбормотатьmuttraพูดพึมพำmırıldanmaklẩm bẩm咕哝 (murmu'rao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ψιθυρίζω μουρμουρίζω κτ στο αυτί κάποιου
2. μεταφορικά γκρινιάζω Δε σταματάει να μουρμουράει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close