μουρμουρητό

Μεταφράσεις

μουρμουρητό

(murmuri'to)
ουσιαστικό ουδέτερο
ψίθυρος Ακούω μουρμουρητά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close