μουχλιάζω

Μεταφράσεις

μουχλιάζω

(mux'ʎazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σχηματίζεται μούχλα πάνω μου Το ψωμί μούχλιασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close