μουχλιασμένος

Μεταφράσεις

μουχλιασμένος

(muxʎa'zmenos) αρσενικό

μουχλιασμένη

(muxʎa'zmeni) θηλυκό

μουχλιασμένο

عَفِنplesnivýmuggenschimmeligmoldy, mouldymohosohomeinenmoisipljesnivammuffitoかびた곰팡 슨schimmeligmuggenspleśniałybolorento, emboloradoзаплесневелыйmögligซึ่งปกคลุมด้วยราküflübị mốc发霉的 (muxʎa'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει μουχλιάσει μουχλιασμένο γιαούρτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close