μπήγω

Μεταφράσεις

μπήγω

('biɣo)

μπήζω

embed, thrust, pokeيَلْكُمُšťouchnoutstødestupsenclavartökätädonner un coup àbockaticolpireつつく찌르다porrenskubbeszturchnąćcutucar, espetarтыкатьstötaแหย่ด้วยข้อศอกหรือนิ้วdürtmekchọc ('bizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω κτ μυτερό μέσα σε κτ μπήγω το μαχαίρι
2. εκφράζω έντονα συναίσθημα μπήγω τα κλάματατις φωνές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close