μπαίνω

Μεταφράσεις

μπαίνω

enter, shrink, get intoentrer, se lancerвступить, занятьсяيَتَوَرَّطُ فيangažovat sekomme ind igeraten inmetersejoutuazainteresirati se zaentrare・・・に到着する(특정한 상태에) 처하다ergens in verzeild rakenhavne iwejśćconseguir entrarkomma in iเข้าร่วมในinmektham gia开始从事אני ('beno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πηγαίνω μέσα μπαίνω στο σπίτι
2. εισάγομαι μπαίνω στο πανεπιστήμιο μπαίνω στο δημόσιο
3. αρχίζω κπ διαδικασία μπαίνω σε λεπτομέρειεςστο θέμα μπαίνω σε έξοδα
ξεκινάω στην πράξη
4. (για ρούχα) συρρικνώνομαι μπαίνω στο πλύσιμο
5. (για ρούχα) χωράω Δεν μου μπαίνουν πια τα παπούτσια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close