μπαγιάτικος

Μεταφράσεις

μπαγιάτικος

(ba'jatikos) αρσενικό

μπαγιάτικη

(ba'jatiki) θηλυκό

μπαγιάτικο

staleمُبْتَذَلstarýgammelabgestandenranciovanhentunutrassisstarstantio古くなった신선하지 않은niet versikke ferskczerstwyenvelhecidoчерствыйgammalไม่สดbayatôi thiu陈腐的 (ba'jatiko) ουδέτερο
επίθετο
(για τροφή) παλιωμένος μπαγιάτικο ψωμί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close