μπαλώνω

Μεταφράσεις

μπαλώνω

(ba'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. επιδιορθώνω ράβοντας ή βάζοντας μπάλωμα μπαλώνω κάλτσες
2. διορθώνω πρόχειρα μια κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close