μπαρ

Μεταφράσεις

μπαρ

bar, pub, tavernحَانَةbarbarBarbarbaaribarbarbarバー술집barbarbarbarбарbarบาร์ ที่จำหน่ายเครื่องดื่มbarquán rượu酒吧בר (bar)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. μαγαζί όπου σερβίρονται ποτά Πήγαν σε ένα μπαρ εδώ κοντά.
2. ο πάγκος όπου σερβίρονται ποτά Πάμε να κάτσουμε στο μπαρ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close