μπερδεύω

Μεταφράσεις

μπερδεύω

confuse, muddleconfondreпутать (ber'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανακατεύω μπερδεύω τα χαρτιά
2. κάνω κτ πολύπλοκο για κπ Με μπέρδεψες με τις εξηγήσεις σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close