μπλέκω

Μεταφράσεις

μπλέκω

('bleko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μπερδεύω Μπλέξαμε τα πράγματά μας.
2. δυσκολεύομαι να διακρίνω Μπλέκεις τη μηλιά με την αχλαδιά.
3. κάνω κτ πιο πολύπλοκο Μπλέκεις τα πράγματα.
4. μεταφορικά ανακατεύω κπ σε κτ Μη με μπλέκεις σ'αυτή την ιστορία.

μπλέκω

complicate, entangle, tangle, embroil, involve
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ανακατεύομαι Έμπλεξα σε δικαστικές φασαρίες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close