μπλέξιμο

Μεταφράσεις

μπλέξιμο

bévueDurcheinandermessrodבלגןsotkuفوضىbałagan엉망confusione ('bleksimo)
ουσιαστικό ουδέτερο οικείο
προβλήματα, φασαρίες Έχω μπλεξίματα στη δουλειά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close